Ο Ευριπίδης γράφει και παρουσιάζει στους συμπολίτες του την τραγωδία «Φοίνισσαι», πιθανότατα το έτος 409 π. Χ.. Στόχος του, να προτρέψει τους Αθηναίους και Σπαρτιάτες, πρωτίστως, αλλά και τους λοιπούς Έλληνες, να εγκαταλείψουν τον μακροχρόνια αλληλοσπαραγμό, δίνοντας ένα τέλος στον Πελοποννησιακό πόλεμο. Έναν πόλεμο, που δεν οδηγεί στον θρίαμβο του ενός και τον όλεθρο του άλλου (Αθήνας ή Σπάρτης) αλλά υποσκάπτει το μέλλον του Ελληνισμού, καθώς οι άλλοτε ηττημένοι των Ελλήνων Πέρσες, ξαναγίνονται ρυθμιστές των ελληνικών πραγμάτων, με ευθύνη των αντιμαχομένων Αθηναίων και Σπαρτιατών. Το ίδιο μήνυμα δίνει ο Ευριπίδης και με άλλες τραγωδίες του, τώρα όμως, σε αυτήν την τελευταία, πριν φύγει (το 408 π. Χ.) οριστικά από την Αθήνα, απόπειρά του να συνετίσει τους Αθηναίους και τους Σπαρτιάτες, καταφεύγει στον γνωστότατο μύθο των Λαβδακιδών και ειδικότερα στο τέλος των παιδιών του Οιδίποδα, Ετεοκλή και Πολυνείκη. Τα δύο αδέλφια, στην αντιπαράθεσή τους για την αρχή, αγνοούν τις εκκλήσεις της μάνας τους Ιοκάστης, και τελικά αλληλοσκοτώνονται στο πεδίο της μάχης. Δεν αρκείται όμως ο Ευριπίδης στις δικές του παραινέσεις, αλλά σχεδόν λέει στους συμπολίτες του και σε όλους τους Έλληνες, ότι τις ίδιες παραινέσεις έχουν κάνει και ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής. Και το κάνει αυτό ενσωματώνοντας στο δικό του δράμα ακόμη και αυτολεξεί στίχους δραμάτων των δύο άλλων δραματουργών, όπως «Επτά επί Θήβας» και «Αντιγόνη», αντίστοιχα. Οι παραινέσεις του Ευριπίδη – όπως άλλωστε και αυτές του Αισχύλου και του Σοφοκλή – δεν είχαν το επιδιωκόμενο από τον δραματουργό αποτέλεσμα, Όπως στον μύθο έτσι και στην πραγματικότητα, το κυνήγι της ηγεμονίας νίκησε την λογική , με αποτέλεσμα πρώτα η Αθήνα να γνωρίσει την ήττα, από την οποία ουδέποτε ανέλαβε, αλλά και κατόπιν και η Σπάρτη, καθώς και η Ελλάδα ολόκληρη, που με συνεχείς εμφυλίους πολέμους οδηγήθηκε στην παρακμή. Από την πορεία αυτή τον Ελληνισμό έσωσε η νέα ανερχόμενη δύναμή του, η Μακεδονία των Αρχελάου, Φιλίππου και Αλεξάνδρου, στην οποία ο Ευριπίδης – που δεν είδε φυσικά τον θρίαμβό της, όπως δεν είδε και την καταισχύνη των Αθηνών – θα αφιερώσει, δύο χρόνια αργότερα, το αριστούργημά του.
Άλλα Έργα
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Η τραγωδία «Ανδρομάχη», τέταρτο ή πέμπτο κατά σειρά αρχαιότητας από τα σωζόμενα έργα του Ευριπίδη, ανάγεται στην δεκαετία 430 – 420 π. Χ., σύμφωνα δε με ορισμένα ιστορικά στοιχεία, πιστεύεται ότι διδάχθηκε το 426 π. Χ. Είναι έργο βαθύτατα αντιπολεμικού χαρακτήρα.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Ο Ευριπίδης γράφει και παρουσιάζει το δράμα του «Ίων» στα μέσα της βραχυχρόνιας ανάπαυλας του Πελοποννησιακού πολέμου (Νικίειος Ειρήνη, 421 – 416 π. Χ.) Κεντρικό μήνυμα που θέλει να δώσει ο Ευριπίδης με τον «Ίωνα» είναι η υπογράμμιση της κοινής καταγωγής όλων των Ελληνικών φύλων, που έχουν όμως αποδυθεί σε έναν μακροχρόνιο και καταστρεπτικό μεταξύ τους πόλεμο. Και το κάνει αναπτύσσοντας ένα θεατρικό έργο που από την πρώτη στιγμή κρατά αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του θεατή. Όσο προχωρεί η δράση ο θεατής θέλγεται από την εξέλιξη της υπόθεσης και τις μεταπτώσεις των ηρώων, αλλά και από τα ευρήματα του Ευριπίδη, ο οποίος εισάγει στο δράμα του αυτό ακόμη και στοιχεία … αστυνομικού μυθιστορήματος.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Η τραγωδία «Βάκχαι» (μαζί με την τραγωδία «Ιφιγένεια εν Αυλίδι») αποτελούν το κύκνειο άσμα του Ευριπίδη, ο οποίος τις συνθέτει στην Πέλλα το 407 π. Χ., ένα χρόνο πριν από τον θάνατό του. Η τραγωδία «Βάκχαι» είναι η μόνη που δεν είναι απλά αφιερωμένη στον θεό του Θεάτρου, αλλά και έχει πρωταγωνιστή της τον Διόνυσο.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Η τραγωδία «Ηρακλείδαι» είναι από τα παλαιότερα σωζόμενα δράματα του Ευριπίδη. Γράφεται και παρουσιάζεται κατά τα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου (431 – 404 π. Χ.) και ειδικότερα μεταξύ 429 και 427 π. Χ. (με πιθανότερη την πρώτη χρονολογία). Θέμα της είναι ο μύθος των Ηρακλειδών, των παιδιών του νεκρού πια Ηρακλή, που καταδιωκόμενα από τον βασιλιά του Άργους Ευρυσθέα, βρίσκουν καταφύγιο στην Αθήνα. Με την δραματουργική ανάπτυξη του γνωστού αυτού μύθου ο Ευριπίδης κάνει σαφή προσπάθεια να τονώσει το ηθικό των συμπολιτών του, που ήδη δοκιμάζονται από την επιδρομή των Σπαρτιατών και, πολύ περισσότερο, από τον λοιμό που ξέσπασε το 430 π. Χ., δεύτερο χρόνο του πολέμου.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Το Σατυρικό Δράμα «Κύκλωψ» είναι το μοναδικό έργο του είδους, που σώθηκε ολόκληρο, με πιθανότερο χρόνο γραφής και διδαχής, παρουσίασης, περί το 428 π.Χ. και ειδικότερα τα αμέσως μετά το έτος αυτό χρόνια. Έχουν όμως διατυπωθεί απόψεις που τοποθετούν το έργο άλλες μεν πολύ προγενέστερα και άλλες μετά και το 424 π. Χ. Είναι άγνωστο με ποια τριλογία τραγωδιών διδάχθηκε.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Η τραγωδία «Μήδεια» - δεύτερο κατά σειρά αρχαιότητας σωζόμενο έργο του Ευριπίδη - διδάχθηκε την άνοιξη του 431 π. Χ., λίγες εβδομάδες πριν αρχίσει ο Πελοποννησιακός Πόλεμος. Θεωρείται το τραγικότερο έργο του Ευριπίδη, ο οποίος εμφανίζει την ελάχιστα – τότε – γνωστή εκδοχή του μύθου της Μήδειας, κατά την οποία η απατημένη σύζυγος σκοτώνει τα παιδιά που είχε αποκτήσει με τον Ιάσονα, για να τον εκδικηθεί. Δεν είναι μόνο η πρώτη από σκηνής παρουσίαση μιας υπόθεσης του απωτάτου εγκλήματος της παιδοκτονίας , αλλά και το έργο που καταγράφει - με ψυχογραφική ακρίβεια - την ψυχολογική κατάσταση και τις μεταπτώσεις της που βιώνει η Μήδεια από την στιγμή που παίρνει την απόφαση να σκοτώσει τα παιδιά της μέχρι την πραγματοποίησή της.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Το δράμα «Ρήσος» (το λιγότερο γνωστό στο ευρύ κοινό, καθώς ελάχιστες φορές έχει παρασταθεί) αποτελεί θαυμάσια δραματοποίηση της Ραψωδίας Κ της Ιλιάδας («Δολώνεια»), όπου οι Τρώες στέλνουν κατάσκοπο στο στρατόπεδο των Ελλήνων τον Δόλωνα, που πιάνουν και σκοτώνουν ο Οδυσσεύς και ο Διομήδης, οι οποίοι σκοτώνουν στην συνέχεια και τον Θράκα βασιλιά Ρήσο που είχε έλθει για να ενισχύσει τους Τρώες.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Η «Άλκηστις» είναι το αρχαιότερο από τα σωζόμενα δράματα του Ευριπίδη. Διδάχθηκε το 438 π. Χ. και είναι το μόνο που δεν ανήκει στην περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου (431 – 404 π. Χ.). Το έργο παρουσιάσθηκε στην θέση του σατυρικού δράματος που συμπλήρωνε τριλογία τραγωδιών, αν και δεν έχει κανένα στοιχείο σατυρικού δράματος.







