Ο Ευριπίδης ακολουθεί στο σατυρικό δράμα «Κύκλωψ», τον μύθο κατά την Οδύσσεια παραλλάσσοντάς τον ελαφρά, αλλά ουσιαστικά σε ένα σημείο. Ο Οδυσσεύς και οι σύντροφοί του φτάνουν στην Αίτνα, όπου ζουν οι Κύκλωπες. Στην υπηρεσία του Πολύφημου (κάτι που δεν υπάρχει στην Οδύσσεια) είναι ο Σιληνός και οι γιοι του, σάτυροι, – αποτελούν και τον Χορό του δράματος – που και αυτοί είχαν ναυαγήσει. Ο Οδυσσεύς και οι σύντροφοί του αναζητώντας τρόφιμα και νερό βρίσκουν τον Σιληνό και τους σατύρους του και συμφωνούν να πάρουν τρόφιμα με αντάλλαγμα κρασί. Πάνω στην ώρα επιστρέφει στην σπηλιά του ο Κύκλωπας και κατά προτροπή του Σιληνού ο Οδυσσεύς και οι σύντροφοί του κρύβονται στην σπηλιά. Εκεί θα τους βρει ο Κύκλωπας, που θα χορτάσει την πείνα του σκοτώνοντας και τρώγοντας δύο συντρόφους του Οδυσσέα. Η σημαντική διαφοροποίηση που κάνει ο Ευριπίδης είναι ότι ο Κύκλωπας δεν φράζει την σπηλιά, από όπου βγαίνει ο Οδυσσεύς, αφού έχει μεθύσει τον Κύκλωπα, προκειμένου να πείσει του σάτυρους να τον βοηθήσουν να τον τιμωρήσει, με τύφλωση και σε αντάλλαγμα να τους ελευθερώσει και να τους πάρει μαζί του. Προ του εγχειρήματος οι σάτυροι δειλιάζουν και υπαναχωρούν και έτσι ο Οδυσσεύς τυφλώνει αυτός με τους συντρόφους του τον Κύκλωπα. Η τύφλωση του Κύκλωπα γίνεται έτσι στο δράμα προς τιμωρία του γιατί είχε φάει συντρόφους του Οδυσσέα και όχι και για την διαφυγή τους, όπως συμβαίνει στην Οδύσσεια. Ο Οδυσσεύς ελευθερώνει τον Σιληνό και τους σατύρους, και όλοι μαζί ξεκινούν για το πλοίο, ενώ ο τυφλός Κύκλωπας τους απειλεί – μάταια, όπως είναι γνωστό από τον μύθο – ότι θα το βυθίσει…
Άλλα Έργα
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Ο Ευριπίδης γράφει και παρουσιάζει το δράμα του «Ίων» στα μέσα της βραχυχρόνιας ανάπαυλας του Πελοποννησιακού πολέμου (Νικίειος Ειρήνη, 421 – 416 π. Χ.) Κεντρικό μήνυμα που θέλει να δώσει ο Ευριπίδης με τον «Ίωνα» είναι η υπογράμμιση της κοινής καταγωγής όλων των Ελληνικών φύλων, που έχουν όμως αποδυθεί σε έναν μακροχρόνιο και καταστρεπτικό μεταξύ τους πόλεμο. Και το κάνει αναπτύσσοντας ένα θεατρικό έργο που από την πρώτη στιγμή κρατά αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του θεατή. Όσο προχωρεί η δράση ο θεατής θέλγεται από την εξέλιξη της υπόθεσης και τις μεταπτώσεις των ηρώων, αλλά και από τα ευρήματα του Ευριπίδη, ο οποίος εισάγει στο δράμα του αυτό ακόμη και στοιχεία … αστυνομικού μυθιστορήματος.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Δεν έχει προσδιορισθεί ακριβώς ο χρόνος σύνθεσης και διδαχής της τραγωδίας «Εκάβη». Πιθανολογείται ότι αυτή παρουσιάσθηκε στα μέσα της δεκαετίας 430 – 420 π. Χ. και ειδικότερα το 424 π. Χ.. Βαθύτατα – και αυτό – αντιπολεμικό έργο, διερευνά τις επιδράσεις του πολέμου και των αποτελεσμάτων του στην προσωπικότητα του ανθρώπου, τον οποίον μπορούν να οδηγήσουν στην τελική αποκτήνωση. Κεντρικό πρόσωπο της τραγωδίας είναι η άλλοτε βασίλισσα της Τροίας Εκάβη, που τώρα πια, χαροκαμένη μάνα, είναι δούλα ανάμεσα σε δούλες συμπατριώτισσές της και ζει τον θάνατο δυο ακόμη παιδιών της, πριν πάρει την φριχτή εκδίκησή της.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Το δράμα «Ηρακλής Μαινόμενος» είναι μια ιδιοφυής αλληγορία που γράφει και παρουσιάζει ο Ευριπίδης κατά τα τελευταία χρόνια (πιθανότατα το 424 ή 423 π. Χ.) της πρώτης φάσης (431- 421 π. Χ.) του Πελοποννησιακού πολέμου. Η αλληγορία και ο συμβολισμός συνίστανται στο ότι ο Ευριπίδης χρησιμοποιεί τον γνωστό Μύθο της Μανίας του Ηρακλή για να συμβολίσει με την θριαμβική του πορεία, τον ολέθριο ξεπεσμό του, αλλά και την προοπτική να ανορθωθεί και πάλι, την αντίστοιχη πορεία που ακολουθεί, προς την καταστροφή της, η Αθηναϊκή Δημοκρατία πρωτίστως, αλλά και η Ελλάδα ολόκληρη. Και προειδοποιεί ο Ευριπίδης τους συμπολίτες του και τους λοιπούς αντιμαχομένους Έλληνες για την ολέθρια πορεία που ακολουθούν, καλώντας τους να αλλάξουν συμπεριφορά και να στραφούν προς τις πατροπαράδοτες αξίες τους.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Η τραγωδία «Ηρακλείδαι» είναι από τα παλαιότερα σωζόμενα δράματα του Ευριπίδη. Γράφεται και παρουσιάζεται κατά τα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου (431 – 404 π. Χ.) και ειδικότερα μεταξύ 429 και 427 π. Χ. (με πιθανότερη την πρώτη χρονολογία). Θέμα της είναι ο μύθος των Ηρακλειδών, των παιδιών του νεκρού πια Ηρακλή, που καταδιωκόμενα από τον βασιλιά του Άργους Ευρυσθέα, βρίσκουν καταφύγιο στην Αθήνα. Με την δραματουργική ανάπτυξη του γνωστού αυτού μύθου ο Ευριπίδης κάνει σαφή προσπάθεια να τονώσει το ηθικό των συμπολιτών του, που ήδη δοκιμάζονται από την επιδρομή των Σπαρτιατών και, πολύ περισσότερο, από τον λοιμό που ξέσπασε το 430 π. Χ., δεύτερο χρόνο του πολέμου.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Η τραγωδία «Ανδρομάχη», τέταρτο ή πέμπτο κατά σειρά αρχαιότητας από τα σωζόμενα έργα του Ευριπίδη, ανάγεται στην δεκαετία 430 – 420 π. Χ., σύμφωνα δε με ορισμένα ιστορικά στοιχεία, πιστεύεται ότι διδάχθηκε το 426 π. Χ. Είναι έργο βαθύτατα αντιπολεμικού χαρακτήρα.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Ο πιθανότερος χρόνος σύνθεσης και διδαχής της τραγωδίας «Φοίνισσαι» θεωρείται το έτος 409 π. Χ.. Ένα χρόνο πριν φύγει οριστικά από την Αθήνα, ο Ευριπίδης παρουσιάζοντας την διαμάχη, το ανυποχώρητο πείσμα και το φριχτό τέλος του Ετεοκλή και του Πολυνείκη, των δύο αδελφών, γιων του Οιδίποδα, δείχνει στους Αθηναίου και στους Σπαρτιάτες πρωτίστως, αλλά και σε όλους τους Έλληνες, πού οδηγεί το αβυσσαλέο αδελφοκτόνο μίσος. Και προβάλλει το τέλος των δύο αδελφών, που ανυποχώρητοι στις θέσεις τους, αλληλοσκοτώνονται, ως αναπότρεπτη προοπτική της εξίσου ανυποχώρητης αντιπαράθεσης των αλληλοσπαρασσόμενων στον Πελοποννησιακό πόλεμο Ελλήνων.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Η «Άλκηστις» είναι το αρχαιότερο από τα σωζόμενα δράματα του Ευριπίδη. Διδάχθηκε το 438 π. Χ. και είναι το μόνο που δεν ανήκει στην περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου (431 – 404 π. Χ.). Το έργο παρουσιάσθηκε στην θέση του σατυρικού δράματος που συμπλήρωνε τριλογία τραγωδιών, αν και δεν έχει κανένα στοιχείο σατυρικού δράματος.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Την εποχή που οι Αθηναίοι, μετά την βραχυχρόνια Νικίειο ειρήνη (421 – 416 π. Χ.) ξαναρίχνονται στον Πελοποννησιακό πόλεμο, ο Ευριπίδης παρουσιάζει ένα από τα πιο αντιπολεμικά έργα του, την τραγωδία «Τρωάδες». Το δράμα παρουσιάζεται την άνοιξη του 415 π. Χ., ενώ όλη η Αθήνα ετοιμάζεται πυρετωδώς για την εκστρατεία στην Σικελία, που θα σημάνει και την αρχή του τέλους της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Λίγους μήνες μετά την παρουσίαση της τραγωδίας αυτής ο Αθηναϊκός στόλος φεύγει για την Σικελία, όπου θα γνωρίσει μετά από δύο χρόνια την ολοκληρωτική συντριβή και η οδύνη, η αγωνία και η απόλυτη απελπισία που διακατέχουν τις γυναίκες της αλωμένης Τροίας, τις Τρωάδες, θα μπουν σε κάθε αθηναϊκό σπίτι.







