Ο Ευριπίδης στο δράμα του «Ίων» αναπτύσσει θεατρικά τον μύθο του γενάρχη των Ιώνων, και μάλιστα την εκδοχή του μύθου κατά την Αττική παράδοση. Κατ’ αυτήν, ο Ίων είναι γιος της κόρης του βασιλιά της Αθήνας, Ερεχθέα, της Κρέουσας, την οποία ερωτεύθηκε και βίασε ο Απόλλων. Η Κρέουσα γεννά κρυφά και εκθέτει το βρέφος. Ο Απόλλων το σώζει και αναθέτει στον Ερμή να το πάει στο μαντείο του, στους Δελφούς, όπου το βρίσκει η Πυθία, η οποία το ανατρέφει σαν παιδί της. Ο νέος μεγαλώνει και υπηρετεί το Ιερό του Απόλλωνα, στον οποίον θεωρεί ότι και ανήκει. Η Κρέουσα στο μεταξύ έχει παντρευτεί τον Ξούθο, και μετά από χρόνια ατεκνίας πηγαίνει με τον σύζυγό της στους Δελφούς για να πάρουν μαντεία αν θα αποκτήσουν παιδιά. Ο Απόλλων δίδει χρησμό πως ο Ξούθος θα βρει γιο και αυτός θα είναι ο πρώτος που θα συναντήσει βγαίνοντας από το ιερό. Εκείνος δε που πρωτοσυναντά δεν είναι άλλος από τον αφιερωμένο στον Απόλλωνα νέον, στον οποίο ο Ξούθος, πανευτυχής, δίδει το όνομα «Ίων» κατά παραφθορά της μετοχής «ιών = ερχόμενος». Η Κρέουσα όμως κάθε άλλο παρά ευτυχής είναι, έχοντας χάσει το παιδί της και ενώ εκείνη βρίσκεται σε μακρά ατεκνία, ο σύζυγός της αποκτά γιο, με παρέμβαση του Απόλλωνα, ο οποίος είναι η αιτία όλων των δυστυχιών της. Και με προτροπή έμπιστού της γέροντα υπηρέτη αποφασίζει να σκοτώσει τον νέο, ο οποίος θα γινόταν, ως γιος του Ξούθου, βασιλιάς της Αθήνας. Η κατ’ απόλυτα ευρηματικό τρόπο αποκάλυψη του σχεδίου γίνεται με την αποτυχία της απόπειρας, οπότε αποφασίζεται η εκτέλεση της Κρέουσας. Γίνεται όμως και η αποκάλυψη της ταυτότητας Ίωνα και Κρέουσας και της συγγένειας που τους συνδέει, ενώ την πλήρη εξήγηση του πώς έγιναν τα πράγματα δίνει η Αθηνά (από μηχανής θεός), που προλέγει και τα μελλούμενα, δίνοντας έτσι το διάγραμμα της κοινής καταγωγής όλων των ελληνικών φύλων. Που είναι και το κεντρικό, φιλειρηνικό/αντιπολεμικό, μήνυμα που θέλει να υπογραμμίσει ο Ευριπίδης – και – με το έργο του αυτό.
Άλλα Έργα
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Την εποχή που οι Αθηναίοι, μετά την βραχυχρόνια Νικίειο ειρήνη (421 – 416 π. Χ.) ξαναρίχνονται στον Πελοποννησιακό πόλεμο, ο Ευριπίδης παρουσιάζει ένα από τα πιο αντιπολεμικά έργα του, την τραγωδία «Τρωάδες». Το δράμα παρουσιάζεται την άνοιξη του 415 π. Χ., ενώ όλη η Αθήνα ετοιμάζεται πυρετωδώς για την εκστρατεία στην Σικελία, που θα σημάνει και την αρχή του τέλους της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Λίγους μήνες μετά την παρουσίαση της τραγωδίας αυτής ο Αθηναϊκός στόλος φεύγει για την Σικελία, όπου θα γνωρίσει μετά από δύο χρόνια την ολοκληρωτική συντριβή και η οδύνη, η αγωνία και η απόλυτη απελπισία που διακατέχουν τις γυναίκες της αλωμένης Τροίας, τις Τρωάδες, θα μπουν σε κάθε αθηναϊκό σπίτι.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Η τραγωδία «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» είναι το ύστατο έργο που γράφει ο Ευριπίδης στην Πέλλα της Μακεδονίας, όπου θα ζήσει τους τελευταίους δέκα οκτώ μήνες της ζωής του. Το έργο είναι ενδεχόμενο να γράφηκε παράλληλα προς την τραγωδία «Βάκχαι», ή, σε αντίθετη περίπτωση, αμέσως μετά από αυτήν. Οι δύο τραγωδίες αποτελούν το κύκνειο άσμα του Ευριπίδη και με αυτές ο δραματουργός δίνει το μήνυμα συναδέλφωσης του - σπαρασσόμενου τότε στον Πελοποννησιακό πόλεμο Ελληνισμού - με την ανάδειξη της κοινής καταγωγής και των πολιτιστικών αξιών του («Βάκχαι») αλλά και του ρόλου που μπορεί και πρέπει να διαδραματίσει ο Ελληνισμός («Ιφιγένεια εν Αυλίδι»). Και οι δύο τραγωδίες διδάχθηκαν – παρουσιάστηκαν – μετά τον θάνατο του δραματουργού που επισυνέβη στις αρχές του 406 π. Χ. (ετάφη στην κοιλάδα της Αρέθουσας, κοντά στην Αμφίπολη).
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Ο «Ορέστης» είναι το τελευταίο δράμα, το οποίο ο Ευριπίδης γράφει και διδάσκει στην Αθήνα, το 408 π. Χ., λίγους μήνες πριν, το ίδιο έτος, εγκαταλείψει την πόλη του, που δεν θα ξαναδεί ποτέ, καθώς δύο χρόνια αργότερα θα πεθάνει στην Πέλλα, όπου είχε εγκατασταθεί. Ο μύθος γνωστός και πολυδουλεμένος - και από τους τρεις τραγικούς – αναφέρεται στην μητροκτονία (Κλυταιμήστρας) και τον φόνο (του εραστή της Αίγισθου) που διαπράττει ο Ορέστης, εκδικούμενος την δολοφονία του πατέρα του Αγαμέμνονα.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Η τραγωδία «Μήδεια» - δεύτερο κατά σειρά αρχαιότητας σωζόμενο έργο του Ευριπίδη - διδάχθηκε την άνοιξη του 431 π. Χ., λίγες εβδομάδες πριν αρχίσει ο Πελοποννησιακός Πόλεμος. Θεωρείται το τραγικότερο έργο του Ευριπίδη, ο οποίος εμφανίζει την ελάχιστα – τότε – γνωστή εκδοχή του μύθου της Μήδειας, κατά την οποία η απατημένη σύζυγος σκοτώνει τα παιδιά που είχε αποκτήσει με τον Ιάσονα, για να τον εκδικηθεί. Δεν είναι μόνο η πρώτη από σκηνής παρουσίαση μιας υπόθεσης του απωτάτου εγκλήματος της παιδοκτονίας , αλλά και το έργο που καταγράφει - με ψυχογραφική ακρίβεια - την ψυχολογική κατάσταση και τις μεταπτώσεις της που βιώνει η Μήδεια από την στιγμή που παίρνει την απόφαση να σκοτώσει τα παιδιά της μέχρι την πραγματοποίησή της.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Η τραγωδία «Βάκχαι» (μαζί με την τραγωδία «Ιφιγένεια εν Αυλίδι») αποτελούν το κύκνειο άσμα του Ευριπίδη, ο οποίος τις συνθέτει στην Πέλλα το 407 π. Χ., ένα χρόνο πριν από τον θάνατό του. Η τραγωδία «Βάκχαι» είναι η μόνη που δεν είναι απλά αφιερωμένη στον θεό του Θεάτρου, αλλά και έχει πρωταγωνιστή της τον Διόνυσο.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Η τραγωδία «Ανδρομάχη», τέταρτο ή πέμπτο κατά σειρά αρχαιότητας από τα σωζόμενα έργα του Ευριπίδη, ανάγεται στην δεκαετία 430 – 420 π. Χ., σύμφωνα δε με ορισμένα ιστορικά στοιχεία, πιστεύεται ότι διδάχθηκε το 426 π. Χ. Είναι έργο βαθύτατα αντιπολεμικού χαρακτήρα.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Η τραγωδία «Ιππόλυτος» διδάχθηκε το 428 π. Χ. και ο Ευριπίδης τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο. Ήδη από την αρχαιότητα εθεωρείτο ως ένα από τα αριστουργήματα του Ευριπίδη, αλλά και - κατά τους νεώτερους χρόνους - της δραματουργίας γενικότερα. Η υπόθεση του έργου αναφέρεται στον μύθο του έρωτα της Φαίδρας, συζύγου του βασιλιά της Αθήνας Θησέα για τον γιο του Ιππόλυτο, από την βασίλισσα των Αμαζόνων Ιππολύτη. Η τραγωδία αυτή του Ευριπίδη άσκησε βαθύτατη και διαχρονική επιρροή στο θέατρο και στις τέχνες, ιδιαίτερα δε στην ζωγραφική.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Ο Ευριπίδης διδάσκει το δράμα του «Ιφιγένεια εν Ταύροις» το 414 π. Χ.. Με πλαίσιο μια τραγική στην ουσία της ιστορία συνθέτει ένα συναρπαστικό έργο, μια περιπέτεια που έχει αίσιο για όλους τέλος. Και για τα δύο κύρια πρόσωπα, την Ιφιγένεια και τον αδελφό της, Ορέστη, αλλά και για τους ίδιους τους θεατές, που δέχονται το έργο και το αισιόδοξο πνεύμα του σαν μια λυτρωτική ανάπαυλα - και ανακούφιση – από τις κακουχίες του Πελοποννησιακού πολέμου, μέσα στον οποίο ζει για δέκα επτά τώρα χρόνια η αθηναϊκή πολιτεία και κοινωνία.







