Ο Ευριπίδης αντλεί το θέμα της τελευταίας τραγωδίας που γράφει από τον μύθο των Ατρειδών. Θυσία της Ιφιγένειας. Την έχει ορίσει ο μάντης Κάλχας για να δώσει η Άρτεμις καλόν πλου και νίκη των Ελλήνων στην Τροία. Με την δραματουργική ανάπτυξη του μύθου ο Ευριπίδης σκιαγραφεί ανάγλυφα την ψυχή και τον χαρακτήρα των ηρώων του, καθώς και τις μεταπτώσεις τους στην εξέλιξη του δράματος. Και ο τρόπος που συνθέτει και αναπτύσσει το δράμα του αυτό ο Ευριπίδης, δικαίως το κατατάσσει στα αριστουργήματα της δραματουργίας. Πέραν όμως από την καθαρά καλλιτεχνική αξία του, με το έργο του αυτό ο Ευριπίδης δίνει και ένα μείζον διπλό μήνυμα στους αλληλοσπαρασσσόμενους στον Πελοποννησιακό πόλεμο Έλληνες. Πρώτον, δίνει το μήνυμα της πανελλήνιας ενότητας. Για την επίτευξη της οποίας είναι ανάγκη να παραμεριστεί κάθε επί μέρους αγαθό, ακόμη και αυτό το υπέρτατο, της ζωής. Δεύτερον, ο Ευριπίδης προβάλλει τον υψηλό προορισμό του Ελληνισμού να προχωρήσει με τις αξίες που έχει διαμορφώσει, αυτές της ελευθερίας και της δημοκρατικής ισοπολιτείας και να μην υποταχτεί στον ανατολικό (περσικό) δεσποτισμό. Και το διπλό αυτό μήνυμα ο Ευριπίδης το δίνει μέσω του πιο άδολου και αγνού προσώπου της δραματουργίας του, της Ιφιγένειας. Η οποία την ίδια της την ζωή προσφέρει για τον μέγα σκοπό, για την ενότητα και την νίκη του Ελληνισμού. Και πρέπει να νικήσουν οι Έλληνες, γιατί, όπως κηρύσσει ο Ευριπίδης μέσω της Ιφιγένειας, οι Έλληνες πρέπει να άρχουν στους βαρβάρους και όχι οι βάρβαροι στους Έλληνες. Γιατί – εξηγεί η Ιφιγένεια λίγο πριν οδηγηθεί στον βωμό – οι Έλληνες είμαστε ελεύθεροι και οι βάρβαροι είναι δούλοι.
Άλλα Έργα
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Η τραγωδία «Ηλέκτρα» είναι ένα από τα έργα της τελευταίας περιόδου της δραματουργίας του Ευριπίδη. Γράφεται και διδάσκεται (παρουσιάζεται) το 413 π. Χ., πέντε μόλις χρόνια πριν από την αναχώρησή του από την Αθήνα και επτά από τον θάνατό του, στην Πέλλα. Είναι ένα συγκλονιστικό έργο, όχι μόνο για την δραματοποίηση του μύθου των Ατρειδών, με επίκεντρο την μητροκτονία (φόνος της Κλυταιμήστρας από τα παιδιά της Ηλέκτρα και Ορέστη), αλλά και για το μήνυμα που ο δραματουργός θέλει να δώσει με το δράμα του αυτό. Ο Ευριπίδης αναδεικνύει εδώ το ζήτημα της ατομικής και συλλογικής δράσης, σε κοινωνικό-πολιτικό επίπεδο με βάση τις αξίες και τους κανόνες της Ηθικής, μπροστά σε ένα τεράστιο ηθικό δίλημμα. Και το κάνει αυτό σε μια περίοδο, κατά την οποία η Ηθική έχει επικίνδυνα παραγκωνισθεί.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Το δράμα «Ηρακλής Μαινόμενος» είναι μια ιδιοφυής αλληγορία που γράφει και παρουσιάζει ο Ευριπίδης κατά τα τελευταία χρόνια (πιθανότατα το 424 ή 423 π. Χ.) της πρώτης φάσης (431- 421 π. Χ.) του Πελοποννησιακού πολέμου. Η αλληγορία και ο συμβολισμός συνίστανται στο ότι ο Ευριπίδης χρησιμοποιεί τον γνωστό Μύθο της Μανίας του Ηρακλή για να συμβολίσει με την θριαμβική του πορεία, τον ολέθριο ξεπεσμό του, αλλά και την προοπτική να ανορθωθεί και πάλι, την αντίστοιχη πορεία που ακολουθεί, προς την καταστροφή της, η Αθηναϊκή Δημοκρατία πρωτίστως, αλλά και η Ελλάδα ολόκληρη. Και προειδοποιεί ο Ευριπίδης τους συμπολίτες του και τους λοιπούς αντιμαχομένους Έλληνες για την ολέθρια πορεία που ακολουθούν, καλώντας τους να αλλάξουν συμπεριφορά και να στραφούν προς τις πατροπαράδοτες αξίες τους.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Το δράμα «Ικέτιδες» διδάσκεται κατά τα Μεγάλα Διονύσια του 422 π. Χ. και είναι ένα από τα πιο «πολιτικοποιημένα» έργα του Ευριπίδη. Γράφεται και παρουσιάζεται στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του Πελοποννησιακού πολέμου και ενώ κορυφώνεται η αντιπαράθεση Αθήνας και Σπάρτης, που ακολουθούν τυφλά τις βουλές και βλέψεις του πολεμοκάπηλου Κλέωνα , η πρώτη, και του στρατοκράτη Βρασίδα, η δεύτερη. Αντιπολεμικό, φιλειρηνικό, αλλά και βαθύτατα πατριωτικό το δράμα στηλιτεύει τις πολεμοχαρείς πράξεις και διαθέσεις των ολιγαρχικών καθεστώτων (Θήβα στο δράμα, που απεικονίζει την Σπάρτη) και εξαίρει την σωστική δράση και παρέμβαση που μπορεί να αναπτύξει μια δημοκρατούμενη πολιτεία, όπως αυτή της Αθήνας (στο δράμα και στην πραγματικότητα).
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Το δράμα «Ρήσος» (το λιγότερο γνωστό στο ευρύ κοινό, καθώς ελάχιστες φορές έχει παρασταθεί) αποτελεί θαυμάσια δραματοποίηση της Ραψωδίας Κ της Ιλιάδας («Δολώνεια»), όπου οι Τρώες στέλνουν κατάσκοπο στο στρατόπεδο των Ελλήνων τον Δόλωνα, που πιάνουν και σκοτώνουν ο Οδυσσεύς και ο Διομήδης, οι οποίοι σκοτώνουν στην συνέχεια και τον Θράκα βασιλιά Ρήσο που είχε έλθει για να ενισχύσει τους Τρώες.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Το Σατυρικό Δράμα «Κύκλωψ» είναι το μοναδικό έργο του είδους, που σώθηκε ολόκληρο, με πιθανότερο χρόνο γραφής και διδαχής, παρουσίασης, περί το 428 π.Χ. και ειδικότερα τα αμέσως μετά το έτος αυτό χρόνια. Έχουν όμως διατυπωθεί απόψεις που τοποθετούν το έργο άλλες μεν πολύ προγενέστερα και άλλες μετά και το 424 π. Χ. Είναι άγνωστο με ποια τριλογία τραγωδιών διδάχθηκε.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Η τραγωδία «Ηρακλείδαι» είναι από τα παλαιότερα σωζόμενα δράματα του Ευριπίδη. Γράφεται και παρουσιάζεται κατά τα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου (431 – 404 π. Χ.) και ειδικότερα μεταξύ 429 και 427 π. Χ. (με πιθανότερη την πρώτη χρονολογία). Θέμα της είναι ο μύθος των Ηρακλειδών, των παιδιών του νεκρού πια Ηρακλή, που καταδιωκόμενα από τον βασιλιά του Άργους Ευρυσθέα, βρίσκουν καταφύγιο στην Αθήνα. Με την δραματουργική ανάπτυξη του γνωστού αυτού μύθου ο Ευριπίδης κάνει σαφή προσπάθεια να τονώσει το ηθικό των συμπολιτών του, που ήδη δοκιμάζονται από την επιδρομή των Σπαρτιατών και, πολύ περισσότερο, από τον λοιμό που ξέσπασε το 430 π. Χ., δεύτερο χρόνο του πολέμου.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Η τραγωδία «Ιππόλυτος» διδάχθηκε το 428 π. Χ. και ο Ευριπίδης τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο. Ήδη από την αρχαιότητα εθεωρείτο ως ένα από τα αριστουργήματα του Ευριπίδη, αλλά και - κατά τους νεώτερους χρόνους - της δραματουργίας γενικότερα. Η υπόθεση του έργου αναφέρεται στον μύθο του έρωτα της Φαίδρας, συζύγου του βασιλιά της Αθήνας Θησέα για τον γιο του Ιππόλυτο, από την βασίλισσα των Αμαζόνων Ιππολύτη. Η τραγωδία αυτή του Ευριπίδη άσκησε βαθύτατη και διαχρονική επιρροή στο θέατρο και στις τέχνες, ιδιαίτερα δε στην ζωγραφική.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Η «Άλκηστις» είναι το αρχαιότερο από τα σωζόμενα δράματα του Ευριπίδη. Διδάχθηκε το 438 π. Χ. και είναι το μόνο που δεν ανήκει στην περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου (431 – 404 π. Χ.). Το έργο παρουσιάσθηκε στην θέση του σατυρικού δράματος που συμπλήρωνε τριλογία τραγωδιών, αν και δεν έχει κανένα στοιχείο σατυρικού δράματος.







