Ο Ευριπίδης γράφει και παρουσιάζει την «Ηλέκτρα» σε μια περίοδο που η Αθήνα ως κοινωνία και πολιτεία περνά βαθειά ηθική κρίση, έχοντας τελείως απομακρυνθεί και αποξενωθεί από τις αρχές στις οποίες βάσισε την άνοδό της. Η «Ηλέκτρα» έρχεται μετά από τρία μόλις χρόνια από το αποκορύφωμα της αυθαιρεσίας των Αθηναίων, που σφαγιάζουν τους Μηλίους (το 416 π. Χ.) εφαρμόζοντας ωμά το «δίκαιο του ισχυροτέρου». Και διδάσκεται λίγους μόλις μήνες πριν οι Αθηναίοι ζήσουν τα αποτελέσματα της πιο τυχοδιωκτικής πολεμικής τους επιχείρησης, με την συντριβή ολόκληρου του εκστρατευτικού τους σώματος στην Σικελία. Μέσα σε λίγα χρόνια η Αθήνα καταρρακώνεται, έχοντας καταρρακώσει κάθε ηθικό κανόνα. Και ακριβώς, ενώ οι πάντες γνωρίζουν ότι επέρχονται με βεβαιότητα τα επίχειρα των τυχοδιωκτικών τους αποφάσεων, ο Ευριπίδης, επιχειρεί με την νέα του τραγωδία να επισημάνει τις προσωπικές και συλλογικές ευθύνες στην αντιμετώπιση ενός κορυφαίου διλήμματος αφενός και να προβάλει αφετέρου την ανάγκη κάθε πράξη του ανθρώπου και της κοινωνίας να βασίζεται στους πάγιους και πατροπαράδοτους ηθικούς κανόνες και αξίες που η ίδια η κοινωνία έχει διαμορφώσει.
Και χρησιμοποιεί ο Ευριπίδης για τον σκοπό αυτό τον μύθο των Ατρειδών, με επίκεντρο τον φόνο της Κλυταιμήστρας από τα παιδιά της, Ηλέκτρα και Ορέστη. Κύριο στοιχείο της προσωπικότητας και της δράσης των δύο αδελφών δεν είναι, απολύτως ή κυρίως, αυτό του εκδικητή που αποδίδει δίκαιο (στον Αισχύλο) ή που, παράλληλα με αυτό, του ελευθερωτή της κοινωνίας του Άργους από την δεσποτική διακυβέρνηση των εραστών-δολοφόνων, Κλυταιμήστρας-Αίγισθου (στον Σοφοκλή). Στο δράμα του Ευριπίδη τα δύο αδέλφια δρουν με απόλυτη συνείδηση και πέρα από κάθε θεϊκό χρησμό, και ακριβώς γι’ αυτό, με κριτήριο την ηθική τους υπόσταση, αντιμετωπίζουν το κορυφαίο δίλημμά τους, να αποκαταστήσουν το δίκαιο, φτάνοντας όμως στο απώτατο έγκλημα, την μητροκτονία. Και η δράση τους, έστω και με αποκλειστικό γνώμονα την Ηθική, έστω και τυγχάνοντας της γενικής επιδοκιμασίας, δεν τους απαλλάσσει από τις τύψεις. Διαπράττουν το απώτατο έγκλημα και ζουν με τις τύψεις τους με συνειδητή επιλογή, γιατί νιώθουν μέσα στο είναι τους ότι χειρότερο και από αυτό θα ήταν να μη δράσουν κατά τους ακατάλυτους κανόνες της ηθικής και του δικαίου.







